μοναχικός

επίθετο

1. Που βρίσκεται ή υπάρχει χωρίς συντροφιά ή παρουσία άλλων ανθρώπων, σε τόπο με μικρή ανθρώπινη παρουσία.

2. Που επιλέγει ή προτιμά τη μοναξιά, αποφεύγοντας την κοινωνική συναναστροφή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η Μαρία αισθάνεται μοναχική μετά τη μετακόμιση.
  • Ο Νίκος είναι μοναχικός· προτιμά τη σιωπή και την ησυχία.
  • Το μοναχικό σπίτι στο λόφο έχει μόνο έναν επισκέπτη κάθε χρόνο.
  • Ο μοναχικός δρόμος οδηγεί στην παλιά εκκλησία.
  • Ο μοναχικός βίος του μοναχού απαιτεί αυστηρή πειθαρχία.
  • Οι μοναχικοί άνθρωποι συχνά κρατούν αποστάσεις σε κοινωνικές συναναστροφές.