συλλογικός

επίθετο

1. Που ανήκει σε ή αφορά ένα σύνολο ατόμων ή πραγμάτων, αντί για ένα μόνο άτομο.

2. Που πραγματοποιείται, αποφασίζεται ή διεκπεραιώνεται από ομάδα ως κοινή ενέργεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συλλογική προσπάθεια των χωρικών απέδωσε καρπούς.
  • Το σπίτι είναι συλλογική ιδιοκτησία του συνεταιρισμού.
  • Η συλλογική μνήμη της κοινότητας διατηρεί τις παραδόσεις.
  • Υπέγραψαν συλλογική σύμβαση εργασίας με αυξήσεις.
  • Οι συλλογικοί φορείς συνεργάζονται για το περιβάλλον.
  • Δημοσίευσε ένα συλλογικό τόμο με άρθρα νέων συγγραφέων.