δίδυμος

επίθετο

1. Που αφορά ή σχετίζεται με δίδυμα, δηλαδή πρόσωπα ή ζώα που γεννήθηκαν από την ίδια εγκυμοσύνη ή αποτελούν ζεύγος γενετικά ή αναπαραγωγικά συνδεδεμένων ατόμων.

Συνώνυμα

διδύμος διπλός πανομοιότυπος ζυγός ομόζυγος μονοζυγωτικός διζυγωτικός αδελφός συγγενής αντίγραφο κλώνος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος είναι ο δίδυμος του Κώστα.
  • Η Μαρία είναι η δίδυμη της Ελένης.
  • Οι δίδυμοι παίζουν στον κήπο κάθε απόγευμα.
  • Η γέννηση των δίδυμων μωρών συγκίνησε την οικογένεια.
  • Το ζώδιό του είναι Δίδυμος, αλλά δεν πιστεύει στην αστρολογία.