μετριοπαθής

επίθετο

1. Που επιδεικνύει μέτρο και αποφεύγει υπερβολές στη συμπεριφορά, στις απόψεις ή στην έκφραση, διατηρώντας ισορροπία και μια μετρημένη στάση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μετριοπαθής πολιτικός πρότεινε συμβιβασμούς για το καλό της χώρας.
  • Η συμπεριφορά της στη συζήτηση ήταν μετριοπαθής, χωρίς επιθετικότητα.
  • Η θρησκευτική της προσέγγιση θεωρείται μετριοπαθής από πολλούς.
  • Οι μετριοπαθείς της τάσης ζήτησαν διάλογο αντί για ρήξη.
  • Προτιμά έναν μετριοπαθή τρόπο ζωής με μέτρο στην κατανάλωση.