μεταβίβαση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή διαδικασία κατά την οποία μεταφέρεται η κυριότητα, τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ενός περιουσιακού στοιχείου από ένα πρόσωπο σε άλλο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μεταβίβαση του ακινήτου ολοκληρώθηκε χθες στο συμβολαιογραφείο.
  • Η μεταβίβαση αρχείων μέσω email ήταν γρήγορη και χωρίς προβλήματα.
  • Η μεταβίβαση του ιού γίνεται κυρίως με σταγονίδια όταν κάποιος βήχει ή φτερνίζεται.
  • Η μεταβίβαση της κληρονομιάς στον κληρονόμο έγινε με διαθήκη.
  • Η μεταβίβαση των δικαιωμάτων χρήσης απαιτεί γραπτή εξουσιοδότηση από τον ιδιοκτήτη.