ματαιώνω
ρήμα1. Προκαλώ τη διακοπή ή την ακύρωση της πραγματοποίησης μιας προγραμματισμένης ενέργειας, εκδήλωσης ή διαδικασίας.
2. Κάνω άκαρπες ή αναποτελεσματικές προσπάθειες, ελπίδες ή σκοπούς, με αποτέλεσμα να μην επιτυγχάνονται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Λόγω της κακοκαιρίας, ματαιώνω το ταξίδι μας.
- Για λόγους ασφαλείας, ματαιώνω την εκδήλωση στο πάρκο.
- Με αυτά τα δεδομένα, ματαιώνω την παρουσίασή μου στη συνάντηση.
- Αν συνεχιστεί η απεργία, ματαιώνω τη συμμετοχή μου στα μαθήματα.
- Με τις τελευταίες εξελίξεις, ματαιώνω τις ελπίδες μου για συμφωνία.
- Λόγω έλλειψης πόρων, ματαιώνω την παραγγελία και ενημερώνω τον προμηθευτή.