λογισμός
ουσιαστικό1. Διεργασία ή πράξη υπολογισμού, η εκτέλεση αριθμητικών πράξεων ή ο προσδιορισμός ποσοτήτων με μαθηματικό τρόπο.
2. Το αποτέλεσμα ενός υπολογισμού ή μιας εκτίμησης, το άθροισμα, το ποσό ή η εκτιμημένη τιμή που προκύπτει.
Συνώνυμα
συλλογισμός υπολογισμός σκέψη λογική νόηση στοχασμός αναλογισμός συλλογιστική μυαλό λογιστική νους επιχείρημα κρίση εκτίμηση μέτρηση αποτίμηση λογαριασμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λογισμός των εξόδων έδειξε ότι ξεπεράσαμε τον προϋπολογισμό.
- Με έναν γρήγορο λογισμός, κατάλαβε ότι η προσφορά ήταν συμφέρουσα.
- Ο λογισμός πίσω από την απόφαση ήταν σαφής και τεκμηριωμένος.
- Έδιωξε τον κακό λογισμός με προσευχή και αυτοσυγκράτηση.
- Ο λογισμός της εξίσωσης έγινε στο χαρτί πριν την τελική επαλήθευση.