λατρεύω
ρήμα1. Νιώθω ή εκδηλώνω πολύ ισχυρό συναισθηματικό δέσιμο, στοργή και θαυμασμό προς κάποιο πρόσωπο ή αντικείμενο, με διάθεση αφοσίωσης και προτεραιότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ λατρεύω τη μητέρα μου.
- Εγώ λατρεύω τη σοκολάτα με καραμέλα.
- Εγώ λατρεύω να ταξιδεύω το καλοκαίρι.
- Εγώ λατρεύω τη φωνή σου όταν τραγουδάς.
- Εγώ λατρεύω να διαβάζω βιβλία ιστορίας.
- Εγώ λατρεύω τον Θεό.