καταριέμαι
ρήμα1. Εκφέρω ή απευθύνω κατάρα προς κάποιον ή κάτι, επιθυμώντας ή επικαλούμενος την πρόκληση κακού, τιμωρίας ή κακοτυχίας.
2. Εκφράζω με λόγια ή πράξεις έντονη οργή, αγανάκτηση ή μίσος και ευχόμαι δυσμενή εξέλιξη για τον αποδέκτη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που χάνω το λεωφορείο, καταριέμαι την κακή μου τύχη.
- Μόλις είδα τη σπασμένη πόρτα, καταριέμαι που δεν την κλείδωσα.
- Οι χωριανοί ψιθυρίζουν ότι καταριέμαι, κι αυτό με πληγώνει.
- Στον θρύλο λένε 'καταριέμαι όποιος βεβηλώσει τον ιερό ναό'.