κύριος

ουσιαστικό

1. Άνδρας που θεωρείται ευπρεπής, σεβαστός ή που επιδεικνύει αξιοπρεπή συμπεριφορά.

2. Πρόσωπο που ασκεί εξουσία, έλεγχο ή έχει νόμιμο δικαίωμα κυριότητας και διαχείρισης πάνω σε πράγματα ή ανθρώπους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κύριος Παπαδόπουλος θα μιλήσει πρώτος.
  • Ο κύριος του σπιτιού άναψε το τζάκι.
  • Ο κύριος λόγος της καθυστέρησης ήταν η βλάβη του ασανσέρ.
  • Οι κύριοι της εταιρείας συναντήθηκαν με τους επενδυτές.
  • Ο μάρτυρας αναγνώρισε τον κύριο ως δράστη.