κρίση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση οξείας ή κρίσιμης εξέλιξης, όπου οι συνθήκες επιβαρύνουν σημαντικά την ισορροπία ενός συστήματος και απαιτούν άμεση αντιμετώπιση ή απόφαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κρίση της οικονομίας επηρεάζει τις μικρές επιχειρήσεις.
  • Πέρασε μια βαθιά κρίση και ζήτησε επαγγελματική βοήθεια.
  • Η πανδημία προκάλεσε παγκόσμια κρίση υγείας.
  • Η σχέση τους μπήκε σε κρίση όταν άρχισαν οι συνεχείς διαφωνίες.
  • Σε στιγμές κρίσης παίρνουμε αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον.