κατάρτιση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία και αποτέλεσμα απόκτησης γνώσεων, δεξιοτήτων και εξειδίκευσης μέσω οργανωμένης εκπαίδευσης ή πρακτικής, συνήθως σε επαγγελματικό πλαίσιο.

2. Σύνταξη ή διαμόρφωση εγγράφων, προγραμμάτων, προϋπολογισμών ή συμβάσεων σε συγκεκριμένη μορφή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κατάρτιση των νέων υπαλλήλων θα γίνει την επόμενη εβδομάδα.
  • Το πρόγραμμα προσφέρει εξειδικευμένη κατάρτιση στον τομέα της πληροφορικής.
  • Η κατάρτιση του συμβολαίου απαιτεί νομική αξιολόγηση.
  • Χρειάζεται προσεκτική κατάρτιση του προϋπολογισμού για να αποφευχθούν λάθη.
  • Μετά την κατάρτιση, οι συμμετέχοντες έλαβαν πιστοποιητικό.