μόρφωση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία απόκτησης γνώσεων, δεξιοτήτων και αξιών μέσω διδασκαλίας, μελέτης και εμπειριών, συνήθως μέσα σε οργανωμένα εκπαιδευτικά πλαίσια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μόρφωση είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.
  • Η σχολική μόρφωση παρέχει βασικές γνώσεις και δεξιότητες.
  • Η μόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού διαμορφώνεται από την οικογένεια και το σχολείο.
  • Δεν κρίνουμε την αξία ενός ανθρώπου μόνο από τη μόρφωση του.
  • Η συνεχής μόρφωση είναι απαραίτητη σε ταχέως μεταβαλλόμενα επαγγέλματα.