κατάλληλος
επίθετο1. Που ταιριάζει σε κάποιο σκοπό, χρήση ή κατάσταση και πληροί τις απαιτήσεις ή προδιαγραφές που χρειάζονται.
2. Που διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, ικανότητες ή χαρακτηριστικά για να εκπληρώσει ένα έργο, ρόλο ή λειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ακατάλληλος ανάρμοστος αταίριαστος άτοπος άστοχος αδόκιμος ανεπαρκής απροσάρμοστος ασύμβατος ανίκανος άβολος ανάξιος απρεπής αναρμόδιος παράταιρος ανεπιθύμητος απαράδεκτος άσχετος ερασιτεχνικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κατάλληλος υποψήφιος θα αναλάβει την ευθύνη του έργου.
- Η κατάλληλη στιγμή για την ανακοίνωση είναι αύριο το πρωί.
- Χρειάζεται ο κατάλληλος τρόπος για να εκτελεστεί η διαδικασία.
- Το δωμάτιο δεν είναι κατάλληλο για αποθήκευση τροφίμων.
- Οι κατάλληλες συνθήκες εργασίας είναι απαραίτητες για την ασφάλεια.