καλοσυνάτος
επίθετοΠου έχει καλή φύση και εμφανίζει ευγένεια, επιείκεια και προθυμία να βοηθά ή να φροντίζει τους άλλους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κακόψυχος σκληρόκαρδος άσπλαχνος κακοπροαίρετος άκαρδος ψυχρός αγενής εχθρικός σκληρός αναίσθητος αδιάφορος εγωιστικός κακός αδυσώπητος νταής δυσάρεστος άγριος σπαστικός αγριεμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καλοσυνάτος γείτονας μας πάντα βοηθάει όταν έχουμε ανάγκη.
- Η καλοσυνάτη δασκάλα εξήγησε υπομονετικά τα δύσκολα σημεία.
- Το καλοσυνάτο παιδί μοιράστηκε τα παιχνίδια του με τους φίλους.
- Οι καλοσυνάτοι κάτοικοι του χωριού υποδέχτηκαν θερμά τους επισκέπτες.
- Είχε ένα καλοσυνάτο χαμόγελο που έκανε όλους να αισθάνονται άνετα.