κακουχία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στέρησης υλικών αγαθών ή ανέσεων που δυσχεραίνει την καθημερινή διαβίωση.

2. Σοβαρή σωματική ή ψυχική ταλαιπωρία και πόνος που επιβαρύνει το άτομο.

3. Περίοδος ή κατάσταση δοκιμασίας και δυσκολιών για άτομο ή ομάδα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι πρόσφυγες υπέφεραν από τις κακουχίες του ταξιδιού.
  • Η μοναξιά και η φτώχεια στο σπίτι του ήταν μια καθημερινή κακουχία.
  • Μετά το ατύχημα, η συνεχής κακουχία από την ασθένεια τον αποθάρρυνε.
  • Οι αγρότες δεν ξεχνούν τις κακουχίες που προκάλεσε η ξηρασία.
  • Δεν θέλω να προκαλέσω κακουχία σε κανέναν με τις αποφάσεις μου.