κακοποιός
ουσιαστικόΠρόσωπο που διαπράττει πράξεις βίας, κακομεταχείρισης ή άλλες επιβλαβείς και παράνομες ενέργειες εις βάρος άλλων, προκαλώντας σωματική, ψυχική ή ηθική βλάβη.
Συνώνυμα
εγκληματίας δράστης κακοποιητής παραβάτης τρομοκράτης επιτιθέμενος κατάδικος θύτης ληστής διαρρήκτης δολοφόνος βιαστής βασανιστής εκβιαστής απατεώνας ταραξίας χούλιγκαν αλήτης μπράβος κακός φονιάς αμαρτωλός πειρατής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κακοποιός συνελήφθη από την αστυνομία χθες το βράδυ.
- Η κακοποιός καταδικάστηκε για ενδοοικογενειακή βία.
- Οι κακοποιοί διέπραξαν ληστεία στην τράπεζα και διαφεύγουν τη σύλληψη.
- Στην ταινία, ο κακοποιός έχει μια μυστική ταυτότητα που αποκαλύπτεται στο τέλος.
- Το δικαστήριο αναγνώρισε τον ύποπτο ως τον κακοποιό στη δικογραφία.