σερίφης
ουσιαστικό1. Δημόσιος αξιωματούχος, συνήθως σε επίπεδο κομητείας ή επαρχίας σε αγγλοσαξονικά συστήματα, υπεύθυνος για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης, την επιβολή του νόμου, την εκτέλεση ενταλμάτων και τη λειτουργία των φυλακών.
Συνώνυμα
αστυνομικός αστυνόμος χωροφύλακας μπάτσος μάρσαλ νομοφύλακας αξιωματικός ένστολος επιθεωρητής υπαστυνόμος ντετέκτιβ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σερίφης της κομητείας ανακοίνωσε ότι θα ενισχυθούν οι περιπολίες.
- Στον μεσαίωνα, ο σερίφης είχε αρμοδιότητες συλλογής φόρων και διατήρησης της τάξης.
- Στο γουέστερν φιλμ, ο σερίφης και ο εκτός νόμου αντιμάχονται στην κεντρική πλατεία.
- Στη συζήτηση ο σερίφης του συνεδρίου διέκοψε όποιον δεν τηρούσε τους χρόνους ομιλίας.
- Ο προϊστάμενος λειτούργησε σαν σερίφης, επιβάλλοντας τους νέους κανόνες.