καινοτομία

ουσιαστικό

1. Εισαγωγή ή δημιουργία νέας ή ουσιωδώς βελτιωμένης ιδέας, προϊόντος, υπηρεσίας ή διαδικασίας που ικανοποιεί ανάγκες, λύνει προβλήματα ή προσφέρει λειτουργικό, οικονομικό ή κοινωνικό όφελος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καινοτομία στην τεχνολογία οδήγησε σε ταχύτερα και πιο αξιόπιστα δίκτυα.
  • Η εταιρεία επενδύει στην καινοτομία για να παραμείνει ανταγωνιστική στην αγορά.
  • Μια καινοτομία στην εκπαιδευτική μέθοδο βελτίωσε τη συμμετοχή των μαθητών.
  • Η καινοτομία στη διαδικασία παραγωγής μείωσε το κόστος και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
  • Η καινοτομία στην κοινωνική πολιτική προώθησε καλύτερη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.