θλιμμένος
επίθετο1. Που αισθάνεται θλίψη εξαιτίας απώλειας, απογοήτευσης ή άλλης δυσάρεστης εμπειρίας.
2. Που φανερώνει θλιμμένο συναίσθημα στην έκφραση, στη στάση ή στον τόνο της φωνής.
Συνώνυμα
λυπημένος στενοχωρημένος δυστυχής λυπηρός στεναχωρημένος μελαγχολικός πενθιμμένος σκυθρωπός πεσμένος απογοητευμένος αθυμισμένος θλιβερός μουντός πικραμένος άθλιος αποκαρδιωμένος δυστυχισμένος καταρρακωμένος πένθιμος συντετριμμένος μουτρωμένος κατσούφης κατσούφιασμένος καταθλιπτικός καημένος κακομοίρης πάσχων απελπισμένος απαρηγόρητος ταλαίπωρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης ήταν θλιμμένος μετά τα νέα.
- Η Μαρία φαινόταν θλιμμένη όλη την ημέρα.
- Οι φίλοι ήταν θλιμμένοι για την απώλεια του σκύλου.
- Το σπίτι είχε μια θλιμμένη ατμόσφαιρα μετά το δυστύχημα.
- Η μουσική ήταν τόσο θλιμμένη που όλοι σιώπησαν.