θαρραλέος
επίθετο1. Που διαθέτει ψυχική αντοχή και αυτοέλεγχο ώστε να αντιμετωπίζει επικίνδυνες ή δύσκολες καταστάσεις χωρίς υπερβολικό φόβο.
2. Που αναλαμβάνει ρίσκο ή δράση παρά την πιθανότητα αποτυχίας ή βλάβης, επιδεικνύοντας αποφασιστικότητα και σταθερότητα.
Συνώνυμα
γενναίος τολμηρός ατρόμητος ανδρείος άφοβος σθεναρός ηρωικός παλικαρίσιος ψυχωμένος τσαμπουκαλεμένος μάγκας λεβέντης ριψοκίνδυνος θρασύς ορμητικός αυτοπεποίθητος μαχητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θαρραλέος ορειβάτης συνέχισε την ανάβαση παρά την κακοκαιρία.
- Η θαρραλέα νοσοκόμα μπήκε στο φλεγόμενο δωμάτιο για να σώσει τον ασθενή.
- Χρειάστηκε μια θαρραλέα απόφαση για να κλείσει το επικίνδυνο εργοστάσιο.
- Οι θαρραλέοι πυροσβέστες μπήκαν στο καμένο κτίριο και έσωσαν την οικογένεια.
- Η εταιρεία έκανε μια θαρραλέα επένδυση σε νέα τεχνολογία που τελικά απέδωσε.