ζητάω
ρήμα1. Εκφράζω προς κάποιον την επιθυμία ή ανάγκη να μου δοθεί κάτι, να μου παρασχεθεί ή να προβεί σε κάποια ενέργεια.
2. Απευθύνομαι σε κάποιον με σκοπό να λάβω πληροφορίες, διευκρινίσεις ή απαντήσεις σε ερώτημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη δουλειά ζητάω βοήθεια από τους συναδέλφους όταν δεν καταλαβαίνω.
- Στο σταθμό ζητάω οδηγίες για να βρω την έξοδο.
- Μετά την παρεξήγηση ζητάω εξηγήσεις από τον διευθυντή.
- Πριν φύγω για διακοπές ζητάω άδεια από τον προϊστάμενο.
- Αμέσως ζητάω συγγνώμη όταν κάνω λάθος.
- Στην παράδοση του χωριού ζητάω το χέρι της αγαπημένης μου.