ευταξία
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία αντικείμενα, χώροι ή διαδικασίες είναι τοποθετημένα ή ρυθμισμένα σε σαφή και συνεπή σειρά, λειτουργώντας χωρίς αταξία.
Συνώνυμα
τάξη πειθαρχία οργάνωση νοικοκυροσύνη συστηματικότητα ευρυθμία μεθοδικότητα τακτικότητα τακτοποίηση αρμονία επιμέλεια συνέπεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευταξία του σπιτιού αντανακλά την προσοχή της οικοδέσποινας.
- Στο γραφείο απαιτείται ευταξία για να λειτουργεί αποτελεσματικά η ομάδα.
- Η αστυνόμευση στο κέντρο διασφαλίζει την ευταξία στην πορεία.
- Η ευταξία στο στρατό είναι προϋπόθεση για την επιτυχή εκτέλεση εντολών.
- Η δομή των κεφαλαίων έδωσε ευταξία στην παρουσίαση των επιχειρημάτων.