ευεξία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ισορροπημένης σωματικής και ψυχικής υγείας, κατά την οποία το άτομο διαθέτει ικανοποιητικό επίπεδο ενέργειας και ζωτικότητας για την καθημερινή λειτουργία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ευεξία είναι απαραίτητη για μια ποιοτική ζωή.
  • Φροντίζω την ευεξία μου με καθημερινή άσκηση και ισορροπημένη διατροφή.
  • Η ψυχική ευεξία βελτιώθηκε μετά από τακτικό διαλογισμό.
  • Το κέντρο προσφέρει ένα πρόγραμμα με στόχο την ευεξία και τη χαλάρωση.
  • Η εταιρεία επενδύει στην ευεξία των εργαζομένων για καλύτερο εργασιακό κλίμα.