επάρκεια
ουσιαστικό1. Η κατάσταση του να είναι αρκετό σε ποσότητα, ποιότητα ή βαθμό για να ικανοποιεί ανάγκες, απαιτήσεις ή σκοπό.
2. Το επίπεδο γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειρίας που επιτρέπει την αποτελεσματική άσκηση καθηκόντων ή την ανάληψη αρμοδιοτήτων.
Συνώνυμα
αρκετότητα ικανότητα δεξιότητα τεχνογνωσία προσόν πιστοποίηση πληρότητα διαθεσιμότητα αρτιότητα επιδεξιότητα εξειδίκευση εμπειρία γνώση αρμοδιότητα αφθονία πληθώρα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπάρχει επάρκεια τροφίμων για όλους τους κατοίκους.
- Πέρασε τις εξετάσεις και απέκτησε επάρκεια στη γλώσσα.
- Η επάρκεια του ιατρικού προσωπικού διασφαλίζει την ποιότητα της φροντίδας.
- Η επάρκεια των στοιχείων ήταν καθοριστική για την απόφαση.
- Χρειάζεται επάρκεια χρόνου και πόρων για την ολοκλήρωση του έργου.