ενθουσιασμένος
επίθετο1. Που νιώθει έντονη χαρά, ζωηρή διάθεση και ισχυρή συγκινησιακή φόρτιση εξαιτίας κάποιου ευχάριστου ή εμπνέοντος ερεθίσματος.
Συνώνυμα
εκστασιασμένος εκστατικός υπερενθουσιασμένος ένθερμος ενθουσιώδης παθιασμένος ανεβασμένος φτιαγμένος πορωμένος ψημένος μαγεμένος ορεξάτος συγκινημένος χαρούμενος ζωηρός φορτισμένος ευφρόσυνος ενθουσιαστικός ευτυχής ευχαριστημένος έκπληκτος κεφάτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Νίκος είναι ενθουσιασμένος για το ταξίδι που πλησιάζει.
- Ο καθηγητής ήταν ενθουσιασμένος από την πρωτότυπη ιδέα του μαθητή.
- Ο οδηγός έμεινε ενθουσιασμένος όταν κέρδισε τον αγώνα.
- Ο μάγειρας είναι ενθουσιασμένος να δοκιμάσει τη νέα συνταγή.
- Ο πατέρας φαινόταν ενθουσιασμένος βλέποντας το παιδί στη σκηνή.