ψημένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί ψήσιμο ή παρατεταμένη έκθεση σε θερμότητα, ώστε να είναι έτοιμος για κατανάλωση ή χρήση.
2. Που έχει μαυρίσει, ροδίσει ή σκληρύνει από τη θερμότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καφές είναι καλά ψημένος και μυρίζει υπέροχα.
- Το ψωμί βγήκε λίγο παραπάνω ψημένος και σκούρινε στις άκρες.
- Έδειχνε πολύ ψημένος από τις δυσκολίες της ζωής.
- Δεν πείστηκε εύκολα· είναι ψημένος πλέον και δεν εμπιστεύεται κανέναν.
- Μετά από τόσα λάθη, έγινε πιο ψημένος και πιο προσεκτικός.