εναντιώνομαι
ρήμα1. Εκδηλώνω αντίθετη θέση ή διαφωνία απέναντι σε ιδέα, πρόταση, ενέργεια ή πρόσωπο.
2. Ενεργώ ή συμπεριφέρομαι με τρόπο που αποσκοπεί στην παρεμπόδιση, την ακύρωση ή την ανατροπή αποφάσεων, σχεδίων ή πράξεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ εναντιώνομαι σε κάθε μορφή βίας.
- Ποτέ δεν εναντιώνομαι σε καλά τεκμηριωμένα επιχειρήματα.
- Είπα στο συμβούλιο ότι εναντιώνομαι στην πρόταση του δημάρχου.
- Δεν μπορώ να εναντιώνομαι στους φίλους μου χωρίς σοβαρό λόγο.
- Ακόμα και όταν διαφωνώ, αποφεύγω να εναντιώνομαι προσωπικά στους άλλους.