είσοδος

ουσιαστικό

1. Χώρος, άνοιγμα ή πέρασμα που επιτρέπει την είσοδο σε κτίριο, δωμάτιο ή περιφραγμένη περιοχή.

2. Πράξη ή διαδικασία του εισέρχεσθαι σε χώρο, εκδήλωση ή οργανισμό, καθώς και το δικαίωμα ή η δυνατότητα να εισέλθει κάποιος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η είσοδος του κτιρίου είναι κλειστή μέχρι τις οκτώ.
  • Για την είσοδος στο μουσείο απαιτείται εισιτήριο.
  • Η είσοδος στο σύστημα γίνεται με όνομα χρήστη και κωδικό.
  • Η είσοδος της ηρωίδας στη σκηνή συγκίνησε το κοινό.
  • Η είσοδος στο υπόγειο πάρκινγκ είναι πολύ στενή.