δόλος
ουσιαστικό1. Εσκεμμένη πρόθεση και συμπεριφορά που στοχεύει στο να παραπλανήσει ή να δημιουργήσει ψευδή εντύπωση, προκειμένου να αποκομιστεί όφελος ή να προκληθεί ζημία σε άλλον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δόλος του σχεδίου έγινε φανερός από τα στοιχεία.
- Ο δόλος στην κατάθεση οδήγησε σε επανεξέταση της υπόθεσης.
- Οι δόλοι των ανταγωνιστών αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
- Ο δόλος των λόγων του έκανε τους φίλους να αμφιβάλλουν για τις προθέσεις του.
- Για να αποδειχθεί ο δόλος, το δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει την πρόθεση.