διαυγής
επίθετο1. Που επιτρέπει την ελεύθερη διαπερατότητα του φωτός ή την ευκρινή όραση μέσα από υλικά ή υγρά, χωρίς θόλωση.
2. Που εκφράζει σαφήνεια και ορθότητα στη σκέψη ή στην παρουσίαση ιδεών, χωρίς ασάφειες ή συγχύσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νερό της λίμνης είναι διαυγές σήμερα.
- Ο ουρανός είναι διαυγής απόψε.
- Η σκέψη της παραμένει διαυγής παρά την κούραση.
- Η φωνή του παρουσιαστή ήταν διαυγής και καθησυχαστική.
- Η ανάλυση του θέματος ήταν διαυγής και κατανοητή.