διαταράσσω
ρήμα1. Προκαλώ αναστάτωση ή διαταραχή στην τάξη, την ειρήνη ή τη σταθερή λειτουργία ενός χώρου, συστήματος ή κατάστασης.
2. Πραγματοποιώ παρέμβαση που διακόπτει ή αλλάζει την ομαλή πορεία μιας διαδικασίας, λειτουργίας ή εξέλιξης.
Συνώνυμα
ταράζω αναστατώνω διασαλεύω αναταράσσω ταράσσω ενοχλώ διακόπτω παρεμβαίνω αποσταθεροποιώ απορυθμίζω ανατρέπω υπονομεύω εμποδίζω συγχίζω θορυβώ χαλάω πειράζω αποδιοργανώνω αποσυντονίζω ερεθίζω ανακατεύω σπάω τρομάζω ανασπρώχνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συγγνώμη που διαταράσσω τον ύπνο σου.
- Δεν θέλω να διαταράσσω την ησυχία των γειτόνων.
- Με τις ενέργειές μου διαταράσσω το οικοσύστημα της λίμνης.
- Όταν διαταράσσω τις μετρήσεις, τα επιστημονικά συμπεράσματα γίνονται αναξιόπιστα.
- Φοβάμαι ότι με τα λόγια μου διαταράσσω την ισορροπία στην ομάδα.
- Συχνά διαταράσσω τη ρουτίνα μου για να δοκιμάσω κάτι καινούργιο.