διέγερση

ουσιαστικό

1. Κατάσταση αυξημένης νευρικής ή οργανικής δραστηριότητας, έντασης ή εγρήγορσης που συνοδεύει σωματικές ή ψυχικές λειτουργίες και αυξάνει την ανταπόκριση σε ερεθίσματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σεξουαλική διέγερση αύξησε τον καρδιακό ρυθμό.
  • Η διέγερση του νευρώνα προκάλεσε δυναμικό δράσης.
  • Η ανακοίνωση προκάλεσε μεγάλη διέγερση στην τοπική κοινωνία.
  • Η διέγερση του εναλλακτήρα ρυθμίζει την παραγόμενη τάση.
  • Η έντονη οσμή προκάλεσε διέγερση των χημειοϋποδοχέων στη μύτη.
  • Η χρόνια διέγερση του συμπαθητικού συστήματος συνδέεται με αυξημένο στρες.