διάρθρωση

ουσιαστικό

1. Τρόπος ή αποτέλεσμα της οργάνωσης και διαρρύθμισης των επιμέρους μερών ενός συνόλου ώστε να σχηματίζουν λειτουργική ή δομική ενότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διάρθρωση του κειμένου διευκολύνει την ανάγνωση και την κατανόηση των επιχειρημάτων.
  • Η διάρθρωση της εταιρείας άλλαξε μετά τη συγχώνευση, με νέα τμήματα και ευθύνες.
  • Η διάρθρωση των δημόσιων δαπανών πρέπει να δίνει προτεραιότητα στην υγεία και στην παιδεία.
  • Η διάρθρωση της αγοράς επηρεάζει τις τιμές και τον βαθμό ανταγωνισμού.
  • Η διάρθρωση των φθόγγων μελετάται στη φωνητική και στη γλωσσολογία.