δείχνω
ρήμα1. Κάνω κάτι ορατό ή αντιληπτό σε κάποιον, ώστε να το παρατηρήσει ή να το λάβει υπόψη.
2. Κατευθύνω την προσοχή προς ένα αντικείμενο, θέση ή πληροφορία, συνήθως με χειρονομία, βλέμμα ή λόγια.
Συνώνυμα
δεικνύω παρουσιάζω επιδεικνύω υποδεικνύω καταδεικνύω φανερώνω αποκαλύπτω αναδεικνύω προβάλλω εκθέτω επισημαίνω αποδεικνύω εμφανίζω αναπαριστώ φαίνω φαίνομαι μοιάζω παριστάνω εκδηλώνω απεικονίζω ξεδιπλώνω υποδηλώνω δηλώνω σημαίνω υπονοώ φωτίζω αποτυπώνω μαρτυρώ τεκμαίρω παραθέτω δημοσιοποιώ ενδεικνύω εντοπίζω μαθαίνω προδίδω προσποιούμαι αντιπροσωπεύω διδάσκω κατευθύνω παραπέμπω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ δείχνω το δρόμο στους επισκέπτες όταν με ρωτούν.
- Το ρολόι στον τοίχο δείχνει τρεις το απόγευμα.
- Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν αύξηση των πωλήσεων.
- Το βλέμμα του δείχνει ότι είναι ανήσυχος.
- Μου αρέσει να δείχνω σεβασμό στους μεγαλύτερους.