βρίσκω
ρήμα1. Καταφέρνω να προσδιορίσω ή να εντοπίσω την τοποθεσία ή την ύπαρξη προσώπου, αντικειμένου ή πληροφορίας που προηγουμένως δεν ήταν γνωστή ή προσιτή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Επιτέλους βρίσκω το κλειδί κάτω από την καρέκλα.
- Συνήθως βρίσκω τον φίλο μου στο καφέ της γειτονιάς.
- Συχνά βρίσκω την ταινία ενδιαφέρουσα.
- Στο αρχείο βρίσκω πληροφορίες που δεν γνώριζα.
- Αυτή τη στιγμή βρίσκω τη δουλειά πολύ δύσκολη.