αχταρμάς

ουσιαστικό

1. Κατάσταση έντονης αταξίας και σύγχυσης, όπου αντικείμενα, πληροφορίες ή γεγονότα είναι ανακατεμένα χωρίς σαφή τάξη ή λογική αλληλουχία.

2. Μίξη διαφόρων στοιχείων, αντικειμένων ή υλικών σε ένα ετερογενές σύνολο, χωρίς συνεκτικότητα ή οργάνωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το δωμάτιο ήταν αχταρμάς μετά το πάρτι.
  • Στη συνεδρίαση έγινε αχταρμάς όταν όλοι άρχισαν να μιλούν ταυτόχρονα.
  • Στην κουζίνα έριξαν τα υπόλοιπα και στην κατσαρόλα έγινε αχταρμάς.
  • Η διακόσμηση του σαλονιού είναι αχταρμάς, με μοντέρνα και παλιά έπιπλα ανακατεμένα.
  • Με τόσα μέτωπα και αλλαγές, το μυαλό μου έγινε αχταρμάς.