αυθάδεια
ουσιαστικό1. Συμπεριφορά ή στάση που εκδηλώνει έλλειψη σεβασμού και καθωσπρέπει προς τους άλλους, με προκλητικό τρόπο και παραβίαση των κοινωνικών ορίων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αυθάδεια του μαθητή προκάλεσε την αντίδραση του καθηγητή.
- Δεν περίμενα τόση αυθάδεια από κάποιον που μόλις γνώρισα.
- Μπήκε στο γραφείο και, με αυθάδεια, ανακοίνωσε την παραίτησή του.
- Η αυθάδεια του να δοκιμάσει ένα ασυνήθιστο πείραμα απέδωσε σημαντικά αποτελέσματα.
- Τι αυθάδεια να μιλά έτσι μπροστά στη μητέρα του!