ασχολούμαι
ρήμα1. Εκτελώ δραστηριότητες ή εργασίες σχετικές με ένα θέμα ή αντικείμενο, αφιερώνοντας χρόνο και προσοχή για την πραγματοποίησή τους.
2. Εμπλέκομαι ή συμμετέχω τακτικά σε ένα πεδίο, επάγγελμα ή χόμπι, αναλαμβάνοντας ευθύνες ή καθήκοντα.
Συνώνυμα
ενασχολούμαι απασχολούμαι δραστηριοποιούμαι καταπιάνομαι εργάζομαι δουλεύω ασκώ επιμελούμαι διαχειρίζομαι αφιερώνω αφοσιώνομαι φροντίζω συντηρώ περιποιούμαι αναλαμβάνω τρέχω νοιάζω νοιάζομαι αντιμετωπίζω επιλαμβάνομαι οργανώνω μελετώ ερευνώ παρακολουθώ εξετάζω ψάχνω πειραματίζομαι σκαλίζω μπλέκομαι προσεγγίζω ενδιαφέρομαι σχολάζω τσεκάρω κάνω ακολουθώ ανακατεύομαι ψάχνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με τη ζωγραφική ως χόμπι.
- Στη δουλειά ασχολούμαι κυρίως με την ανάλυση δεδομένων και τη δημιουργία αναφορών.
- Αυτή την περίοδο ασχολούμαι με ένα έργο ανακαίνισης του σπιτιού.
- Δεν ασχολούμαι με φήμες και κουτσομπολιά.
- Μετά το ατύχημα ασχολούμαι περισσότερο με την ασφάλεια των παιδιών.