ασφαλής
επίθετο1. Που δεν διατρέχει κίνδυνο ή απειλή και βρίσκεται σε κατάσταση προστασίας από βλάβη ή τραυματισμό.
2. Που παρέχει προστασία ή εξασφαλίζει ότι δεν θα προκληθεί ζημιά, απώλεια ή βλάβη.
Συνώνυμα
ακίνδυνος αβλαβής προστατευμένος ασφαλισμένος εξασφαλισμένος σίγουρος βέβαιος αξιόπιστος έμπιστος εγγυημένος φερέγγυος φρουρούμενος φυλασσόμενος άσφαλος θωρακισμένος προστατευτικό σταθερός αλώβητος απρόσβλητος απαλλαγμένος ανώδυνος σταθεροποιημένος
Αντώνυμα
επικίνδυνος ανασφαλής απροστάτευτος επισφαλής τρομερός τρομακτικός θανατικός θανατηφόρος βλαβερός επιβλαβής θανάσιμος αβέβαιος εκτεθειμένος ριψοκίνδυνος κινδυνώδης ευάλωτος απροφύλακτος έκθετος φοβερός εκρηκτικός κρίσιμος ανατριχιαστικός ύποπτος ανησυχητικός αβοήθητος ακάλυπτος ασταθής εγκαταλελειμμένος μοιραίος τρομαχτικός απογυμνωμένος βλαπτικός εκφοβιστικός επιζήμιος ευπαθής μολυσμένος προβληματικός τρωτός οριακός φονικός σπασμένος απειλητικός ελαττωματικός ζημιογόνος καταστροφικός κατεστραμμένος ανυπεράσπιστος
Παραδείγματα χρήσης
- Η περιοχή είναι ασφαλής τη νύχτα.
- Ο οδηγός ένιωθε ασφαλής μέσα στο αυτοκίνητο.
- Ο λογαριασμός στο διαδίκτυο είναι ασφαλής με τον διπλό έλεγχο ταυτότητας.
- Η γέφυρα κρίθηκε ασφαλής μετά τους ελέγχους.
- Μια ασφαλής επιλογή είναι να κρατάτε αντίγραφα ασφαλείας των αρχείων.