θωρακισμένος
επίθετο1. Που φέρει θωράκιση ή προστατευτική επίστρωση από σκληρό υλικό ώστε να αντιστέκεται σε κρούσεις, βολές ή εκρήξεις.
2. Που έχει ενισχυθεί με μέτρα ασφάλειας ή προστασίας (για κτίρια, οχήματα, δομές) για να μειωθεί ο κίνδυνος ζημιάς.
Συνώνυμα
πανοπλισμένος αλεξίσφαιρος οχυρωμένος προστατευμένος ασφαλής εξασφαλισμένος αδιαπέραστος απρόσβλητος απροσπέλαστος φρουρούμενος εφοδιασμένος ανθεκτικός κλειδωμένος οπλισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το θωρακισμένος όχημα προχωρούσε αργά στον δρόμο.
- Ο στρατός παρέλασε με ένα θωρακισμένος άρμα μάχης.
- Το κτήριο είναι πλήρως θωρακισμένος απέναντι σε πυρκαγιά και πλημμύρες.
- Ένα θωρακισμένος αυτοκίνητο μετέφερε με ασφάλεια τον πρόεδρο.
- Μετά την ενημέρωση, ένιωσε πιο θωρακισμένος απέναντι στην κριτική.