αρχηγία
ουσιαστικό1. Θέση, λειτουργία ή αξίωμα του αρχηγού, δηλαδή ο ρόλος του επικεφαλής σε μια ομάδα, έναν οργανισμό ή μια συλλογικότητα και οι αρμοδιότητες και εξουσίες που του αποδίδονται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αναρχία αυτονομία ανεξαρτησία υποταγή υπακοή δουλεία αποκέντρωση ακυβερνησία αυτοδιαχείριση αταξία χάος αποδιοργάνωση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αρχηγία της αποστολής ανατέθηκε στον πιο έμπειρο αξιωματικό.
- Υπό την αρχηγία του νέου προπονητή, η ομάδα βελτιώθηκε σημαντικά.
- Η αρχηγία του κόμματος άλλαξε μετά τις εκλογές.
- Την αρχηγία της εταιρείας ανέλαβε η νέα διευθύντρια.
- Η αρχηγία των εξεγερμένων προχώρησε σε διαπραγματεύσεις.