απόλυτος

επίθετο

1. Που δεν υπόκειται σε όρια ή περιορισμούς και υπάρχει ως πλήρης, ολοκληρωμένη κατάσταση.

2. Που ισχύει χωρίς προϋποθέσεις ή εξάρτηση από άλλες συνθήκες ή συγκρίσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στους συνεργάτες του.
  • Ο δικτάτορας επέβαλε απόλυτη λογοκρισία στη χώρα.
  • Το απόλυτο ενός πραγματικού αριθμού είναι πάντα μη αρνητικό.
  • Δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια σε όλα τα φιλοσοφικά προβλήματα.
  • Οι απόλυτοι κανόνες του διαγωνισμού δεν επιδέχονται αλλαγές.