απορημένος

επίθετο

1. Που βρίσκεται σε κατάσταση αμηχανίας ή σύγχυσης επειδή δεν κατανοεί, δεν μπορεί να ερμηνεύσει ή δεν ξέρει πώς να απαντήσει σε κάτι.

2. Που εκδηλώνει με όψη, στάση ή λόγο δισταγμό, έκπληξη ή αβεβαιότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης έμεινε απορημένος όταν άκουσε τα νέα.
  • Ο δάσκαλος φαινόταν απορημένος από την παράξενη απάντηση του μαθητή.
  • Ο γιατρός παρέμεινε απορημένος μπροστά στις περίεργες εξετάσεις.
  • Ο φίλος μου κοίταξε απορημένος τον χαμένο χάρτη.
  • Ο επιστήμονας ήταν απορημένος απέναντι στα ανεξήγητα αποτελέσματα του πειράματος.