απαλοιφή

ουσιαστικό

1. Πράξη ή αποτέλεσμα της απομάκρυνσης ή φθοράς ενός επιφανειακού στρώματος από υλικό, αντικείμενο ή επιφάνεια, συχνά με τριβή, χημική επεξεργασία ή καθαρισμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έβαλα την απαλοιφή στο μικρό κόψιμο και ένιωσα άμεση ανακούφιση.
  • Η απαλοιφή του μακιγιάζ πριν από τον ύπνο είναι σημαντική για την επιδερμίδα.
  • Ζήτησε την απαλοιφή των προσωπικών του δεδομένων από την εταιρεία.
  • Η απαλοιφή του τατουάζ απαιτεί επαναλαμβανόμενες συνεδρίες με λέιζερ.
  • Για την απαλοιφή των λεκέδων χρησιμοποιήθηκε ειδικό απορρυπαντικό.