απαλλαγμένος
επίθετο1. Που δεν υπόκειται πλέον σε υποχρέωση, βάρος, καθήκον, περιορισμό ή ευθύνη, επειδή αυτά έχουν αφαιρεθεί ή παύσει να ισχύουν.
Συνώνυμα
ξεμπερδεμένος εξαιρούμενος αφορολόγητος αθωωμένος ελεύθερος απελευθερωμένος αποδεσμευμένος ανακουφισμένος απενεχοποιημένος αδέσμευτος ξεφορτωμένος απεγκλωβισμένος ανεξάρτητος ασφαλής καθαρός εκτός λυτρωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φορολογούμενος είναι απαλλαγμένος από την καταβολή του ειδικού τέλους.
- Μετά τη δίκη, ο κατηγορούμενος κρίθηκε απαλλαγμένος από κάθε κατηγορία.
- Ο ασθενής αισθάνθηκε απαλλαγμένος από τους έντονους πόνους μετά τη θεραπεία.
- Ο εργαζόμενος είναι απαλλαγμένος από τα καθήκοντά του προσωρινά.
- Ο νεαρός θεωρήθηκε απαλλαγμένος από τη στρατιωτική θητεία λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας.