πολιτικός
άλλο1. Πρόσωπο που ασχολείται δημόσια ή επαγγελματικά με τη διαμόρφωση, την υποστήριξη ή την άσκηση δημόσιας εξουσίας, συχνά εκλεγόμενο ή ενεργό σε κόμμα, κυβέρνηση ή άλλα όργανα της πολιτικής ζωής.
Συνώνυμα
πολιτευτής κομματικός πολιτικάντης δημαγωγός κυβερνητικός κοινοβουλευτικός πολιτειακός γερουσιαστής κομματάρχης βουλευτής υπουργός πρωθυπουργός ηγέτης αρχηγός κρατικός δημόσιος θεσμικός ρήτορας πρόεδρος υποψήφιος εκπρόσωπος συνδικαλιστής δημοτικός
Αντώνυμα
απολιτικός ιδιώτης πολίτης ιδιωτικός αποκομματικός στρατιωτικός ύπαιθρος ανένταχτος ουδέτερος απαλλαγμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πολιτικός μίλησε για τις προτεραιότητες της κυβέρνησης.
- Οι πολιτικοί συναντήθηκαν για έναν δημόσιο διάλογο.
- Σπούδασε και εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός.
- Ο πολιτικός λόγος στην τηλεόραση ήταν έντονα τεκμηριωμένος.
- Ο πολιτικός κρατούμενος απεργούσε πείνας για να διαμαρτυρηθεί.