απαιτητικός
επίθετοΠου ζητά υψηλό επίπεδο απόδοσης, ποιότητας ή προσοχής και δεν ικανοποιείται εύκολα με μέτριες ή πρόχειρες αποδόσεις.
Συνώνυμα
δύσκολος σχολαστικός αυστηρός τελειομανής εκλεκτικός επιλεκτικός λεπτολόγος ζόρικος ιδιότροπος κουραστικός κοπιαστικός επίπονος χρονοβόρος τσουχτερός γκρινιάρης επιτακτικός κριτικός δυσβάσταχτος προβληματικός σπαστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής ήταν απαιτητικός, αλλά μας βοήθησε να βελτιωθούμε.
- Το έργο είναι απαιτητικό και χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό.
- Η νέα θέση εργασίας είναι πολύ απαιτητική όσον αφορά τις ώρες και τις ευθύνες.
- Οι συνθήκες στο βουνό έγιναν απαιτητικές, γι' αυτό άλλαξα τα σχέδια.
- Οι γονείς είχαν απαιτητικές προσδοκίες από τα παιδιά τους.