ανύψωση
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα του να μεταφέρεται ή να ανυψώνεται κάτι προς τα πάνω με ανθρώπινη, μηχανική ή φυσική δύναμη.
2. Η αύξηση σε ύψος, στάθμη ή επίπεδο ενός αντικειμένου ή μεγέθους (π.χ. στάθμη, τιμή, πίεση).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανύψωση της σημαίας έγινε στην πλατεία το πρωί.
- Η ανύψωση του φορτίου πραγματοποιήθηκε με γερανό.
- Η ανύψωση της στάθμης της θάλασσας ανησυχεί τους κατοίκους των νησιών.
- Η ανύψωση του ηθικού της ομάδας μετά τη νίκη ήταν έκδηλη.
- Η ανύψωση που δημιουργούν τα φτερά επιτρέπει στο αεροπλάνο να πετάει.