αντιπαθητικός
επίθετο1. Που προκαλεί απέχθεια, αποστροφή ή αρνητική εντύπωση στους άλλους.
2. Που εκδηλώνει ψυχρότητα, απομάκρυνση ή εχθρική στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι.
Συνώνυμα
απεχθής αποκρουστικός απωθητικός μισητός βδελυρός σιχαμερός απαίσιος αντιπαθής αηδιαστικός δυσάρεστος αφιλικός άξεστος αγενής χυδαίος αποστροπιαστικός ανεπιθύμητος ενοχλητικός σπαστικός ξινός εχθρικός ανυπόφορος ψυχρός σκληρός ανάγωγος σιχαρός στραβός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον βρήκα αντιπαθητικό από την πρώτη στιγμή.
- Η συμπεριφορά της ήταν αντιπαθητική και απομάκρυνε τους συναδέλφους.
- Οι νέοι υπάλληλοι φαίνονται αντιπαθητικοί στο τμήμα, γι' αυτό υπάρχει τάση αποστασιοποίησης.
- Η μυρωδιά του φαγητού ήταν αντιπαθητική, δεν μπορούσα να φάω.
- Παρά την πρώτη εντύπωση ότι ήταν αντιπαθητικός, αποδείχθηκε ευγενικός.